Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Αρκαδία 2010



Ανήμερα του Ευαγγελισμού. Έχει από ώρα ξημερώσει «Εν Δημητσάνη». Εκεί με έφεραν τα βήματα ψάχνοντας την καθοδήγηση για τις δυσκολίες και τα εμπόδια, που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος του Δεύτερου Ουρανού.
Et in Arcadia ego!
Στεκόμασταν με τη σύντροφό μου στην πόρτα της βεράντας και η ματιά μας περπατούσε στις βαθιές χαράδρες και στους απέναντι λόφους. Ήταν και η λωρίδα το νεαρό σύννεφο, που ανέβαινε απ’ τη χαράδρα, να φτάσει και να ενωθεί με τα μεγαλύτερα που το περίμεναν πάνω από τους λόφους. Ήταν και η πυκνή δόμηση του χωριού σε μια διάταξη, που πάντοτε εντυπωσιάζει τον επισκέπτη. Ήταν οι καμπάνες από τη γιορτή. Ήταν το λεπτό δροσερό αεράκι, χάδι πάνω στο πρόσωπο. Ήταν και οι μνήμες από τα παλιά, που ελπίζαμε σε μια καινούργια προσπάθεια του Ουρανού, να κινητοποιηθούν τα νωθρά και διστακτικά μας βήματα. Ήταν και τα λόγια του Γαβριήλ, χαιρετισμός στη «Νύμφη του Θεού», που απορροφούσαν τη σκέψη. Ήταν, λες, διάχυτο και το άρωμα του κρίνου…
Και ξαφνικά εκεί χαμηλά πάνω από το ποτάμι ζωντάνεψε η περιοχή από την πυκνή παρουσία ψυχών και πνευμάτων. Πολλές οι αόρατες παρουσίες γέμιζαν το χώρο.
Θυμάμαι την ίδια αίσθηση και παλιά, εδώ στην Αρκαδία. Kαι τότε ήταν «πολλοί» γύρω μας∙ περίμεναν και έλπιζαν κι "αυτοί" στην ανταπόκρισή μας.
Και προσπαθούσα, τότε, με τη ματιά να παρακάμψω το ορατό, για να τους δω να γλιστράνε μέσα από τα σύννεφα, να κατεβαίνουν από τους λόφους, να ξεπεζεύουν από το «πλοίο». Μάταια.


Σήμερα η καρδιά προπορευόταν και άστραψε το μυαλό: Το Ποτάμι!
Η εικόνα της εξάτμισης του νερού πάνω από το ποτάμι και τότε και τώρα «έδειχνε» τον τόπο της συνάντησης. Ήταν, πάντα, το ποτάμι. Ο Λούσιος!
Εκεί αιθεροποιείται η ύλη∙ εκεί που το νερό εξατμίζεται.

Όπως κι εκεί στο βάθος του εγκεφάλου, εκεί που το ανθρώπινο αίμα "εξατμίζεται" και αιθεροποιείται. εκεί που συναντιέται το κατερχόμενο ρεύμα του Πατέρα με το ανερχόμενο ρεύμα του Υιού, το αίμα που έσταξε από το Σταυρό στο χώμα.
Εκεί πλησιάζουν τα πνεύματα, να πιουν αιθέρα και να κοινωνήσουν με τις ντυμένες στα δερμάτινα ρούχα ψυχές. Εκεί οι Άγγελοι, εκεί και οι ζωντανοί. Από κει και οι "εγκλωβισμένοι" μπορούν να βρουν τη δύναμη της απελευθέρωσής τους.
Εκεί, στο ποτάμι η «κοινότητα» των πνευματικών όντων.
Ραντεβού στο ποτάμι. Εμείς από εδώ, εσείς από εκεί να ανταμώσουμε, πάνω απ’ την ομίχλη της εξάτμισης του νερού, μέσα στο σύννεφο του πυκνού αιθέρα, που γεφυρώνει τους δυο κόσμους, σε έναν αιώνιο Μυστικό Δείπνο. Άγγελοι και Άνθρωποι, Ιερείς του Ουρανού και κατηχούμενοι της Γης.
………………………….
Στο βεραντάκι μπροστά μου ήρθαν δυο πουλάκια. Τα ονομάζουν καλόγηρους.
Με κοίταξαν άφοβα, σαν να είμαστε γνωστοί από καιρό, πηδώντας διαρκώς από καρέκλα σε καρέκλα, στο τραπεζάκι, στα κάγκελα. Πλησίαζαν και φούσκωναν την κίτρινη κοιλίτσα τους, μου γύριζαν την κιτρινοπράσινη γράμμωση της πλάτης τους, έστριβαν τα ασπρουδερά τους μάγουλα και διεκδικούσαν την προσοχή μου.
Κι εκεί που θα παίρναμε το δρόμο για το ποτάμι, έφτασε ορμητικά ένα ζευγάρι φτερωτών καλόγηρων, που κυλίστηκαν στα μάρμαρα, για να ολοκληρώσουν το ερωτικό τους σμίξιμο. Είχαν ενώσει τα ποδαράκια τους, τα φτερά πλατάγιζαν και μόνο στην κορυφαία στιγμή της τέλειας αλληλοδιείσδυσης έγειρε με το κεφαλάκι του το ένα στο στήθος του άλλου και κάθε εξωτερική κίνηση σταμάτησε. Η Ζωή με τον παλμό της κατακτούσε την αιωνιότητα.
Το Άγιο Πνεύμα είχε διαπεράσει τις μορφές.
Μετά έφυγαν∙ πέταξαν όλα. Δυο-τρία μικρά πούπουλα μαρτυρούσαν ακόμα το διαρκές μυστήριο, ώσπου ένα επόμενο πέρασμα του αέρα θα έσβηνε κι αυτά τα χνάρια της ύλης.
Βιάστηκα να προλάβω τον αέρα. Σήκωσα ευλαβικά ένα πούπουλο έρωτα και το χώρεσα ανάμεσα στα φύλλα του τετραδίου μου.
Η αιωνιότητα σε μια, μόνο, στιγμή ένωσης.
Αρκαδία των Πνευμάτων και του Έρωτα!
Ο Ιησούς και η Μαρία.
Πήραμε το δρόμο για το Ποτάμι. Από τον Ουρανό κι από τη Γη. Σε λίγο θα συμμετείχαμε στη Θεία Κοινωνία!

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

η αναγνώριση του Δασκάλου

Δύο οι γραμμές εκπαίδευσης του ανθρώπου, η Φύση και οι Δάσκαλοι.
Από τη Φύση παίρνουμε τους ακλόνητους νόμους, στους οποίους θα βασίσουμε τη γενική μας κατεύθυνση. Μέσω των Δασκάλων θα μας μεταδοθεί το προσαρμοσμένο στην εποχή μας σχέδιο του Ουρανού.
Μπορεί σε μια ενσάρκωση ο άνθρωπος να περιοριστεί στη γνώση και στην εμπειρία μιας, μόνο, πηγής. Δεν αρκεί, όμως, αυτή. Γι’ αυτό στο μάκρος της πνευματικής του εξέλιξης είναι βέβαιο, πως θα αντλήσει την αλήθεια και από τις δυο πηγές εκπαίδευσης.

Έτσι, όταν έρθει η ώρα, ο άνθρωπος οφείλει - το έχει ανάγκη - να διαλέξει το Δάσκαλό του. Ή να επιλέξει εκείνη τη Σχολή, η οποία παρέχει τα εχέγγυα της ικανής διαχείρισης της διδασκαλίας που του ταιριάζει.
Η ορθή επιλογή Δασκάλου αποτελεί την πρώτη, ιδιαίτερα σημαντική, δυσκολία και ένα από τα πρώτα εμπόδια που μπαίνουν στην πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου. Το να αναγνωρίσεις το Δάσκαλο ανάμεσα στους πολλούς δασκάλους που συναντάς.

Είναι πολύ δύσκολο για τον άνθρωπο να διακρίνει στη Γη το Δάσκαλο. Γιατί έχει απομακρυνθεί πολύ από αυτό που συνδέει το Μαθητή με το Δάσκαλο: την Καρδιά!
Ο άνθρωπος, δυστυχώς, έρχεται στη γη και στηρίζει τη ζωή του στην ανεπάρκεια του μυαλού του. Αλλά, πώς μπορεί ένα ανθρώπινο μυαλό, που δεν έχει αναπτύξει την πληρότητα των δυνατοτήτων του, που δεν κατέχει σε ικανοποιητικό βαθμό γνώση, ούτε καν την επιστημονική, που η λειτουργία της μνήμης το προδίδει, που είναι γεμάτο από ενοχές, από ανασφάλειες, από συναίσθηση των αδυναμιών, από τις φοβίες και τις πλάνες του. Που ανακαλύπτει προβλήματα, τροφοδοτεί εμμονές και στερεοτυπίες, συνήθειες και αντανακλαστικές ενέργειες. Που σκιάζεται από προσκολλήσεις και προκαταλήψεις. Πώς μπορεί, αυτό το μυαλό να νοιώσει και να ακούσει την καρδιά και να αναγνωρίσει αυτόν, που εκείνη αναζητούσε και ουδέποτε θα πάψει να προσμένει: το Δάσκαλο;

Το μυαλό έχει λάβει μια εκπαίδευση σε μονοπάτια, τα οποία, συνήθως, απομακρύνουν από την πνευματική Αλήθεια. Παρόλα αυτά μας είναι απολύτως χρήσιμο, γιατί στηρίζει την προσωπικότητα στη ζωή μέσα στην ύλη και αποτελεί για το πνεύμα το παράθυρο θέασης και μελέτης του ορατού κόσμου.
Το μυαλό, όμως, υπακούει στη φωνή του ενστίκτου αυτοσυντήρησης και βασίζεται στη λογική του νόμου της χωριστικότητας των υλικών μορφών. Γι’ αυτό επιδιώκει την αύξηση του «Έχειν», χρησιμοποιεί τις ποσοτικές αξίες των αριθμών, ακολουθεί την πραγματικότητα των υλικών αισθήσεων και αγωνίζεται για το συμφέρον με τα δικά του μέτρα. Πάνω σ’ αυτή τη λογική και στις επιδράσεις του περιβάλλοντος μορφώνεται η προσωπικότητα.
Πώς, τώρα, ένα άτομο, θα καταφέρει να αποσπάσει την προσωπικότητά του από το περίφραγμα της διανοητικής του κατάστασης, στην οποία βρέθηκε; πώς θα αιτιολογήσει την αλτρουοποίηση της προσωπικότητας και γιατί να την υπαγάγει στις υποδείξεις της καρδιάς;
Επομένως, πώς, ο άνθρωπος θα μπορέσει με τη λογική του νου του, να αναγνωρίσει το Δάσκαλο;

Είναι και μια ακόμα δυσκολία για το μυαλό. Όσο ο Δάσκαλος είναι κάπου «μακριά», όσο ο Δάσκαλος είναι κάπου «επάνω», ο άνθρωπος δεν έχει κανένα λόγο να ανησυχεί και να αναρωτιέται για το είδος της αγάπης του και το βάθος της πίστης του.
Όμως, όταν φτάσει ο καιρός και ο Ουρανός αποφασίσει να πει και πάλι τον άνθρωπο «παιδί» Του και να τον προσκαλέσει για άλλη μια φορά, στην Οικογένειά του, όταν ο καιρός φτάσει κι ο Δάσκαλος έρθει, τότε ο άνθρωπος ξαφνιάζεται κι αρχίζει να αρνείται ακόμα πιο πολύ την καρδιά του, επειδή το μυαλό του τον οδηγεί να παραμείνει στη γη, στη γη αυτή που γνωρίζει.
Όταν ο Δάσκαλος λάβει σώμα, προκειμένου να φτάσει η φωνή του ακόμα πιο κοντά στα παιδιά του, τότε ο άνθρωπος δυσκολεύεται να τον δεχθεί, δυσκολεύεται να τον αναγνωρίσει και, συνήθως, τον αρνείται. Διότι αν τολμήσει να τον αποδεχθεί, οφείλει να τον σεβαστεί και να τον υπακούσει. Και κάτι τέτοιο θα σήμαινε μια αλλαγή στη νοοτροπία του. Μια αλλαγή και στις πρακτικές συμπεριφορές της ζωής του. Και αυτή η αλλαγή φαίνεται υπερβολικά μεγάλη, ίσως σκληρή και, τις περισσότερες φορές, ακατόρθωτη και αδύνατη.
Το μυαλό, απόλυτος άρχοντας του γήινου αυτού κόσμου, πώς μπορεί να δεχθεί τον Ουρανό, όταν για χάρη του θα πρέπει να αποποιηθεί την παντοδυναμία του, θα πρέπει να αναζωογονήσει την πίστη του, θα πρέπει να δεχθεί την αλαζονεία, την φιλοδοξία και τον εγωισμό του;
Πώς να δεχθεί το μυαλό το Δάσκαλο, όταν αναγνωρίζοντάς τον αποδέχεται την ατέλειά του και από εκείνη την ώρα οφείλει να υπηρετεί και όχι να άρχει;

Είναι εύκολο να αρνηθεί το μυαλό, αυτό που δεν μπορεί ή δεν θέλει να καταλάβει. Είναι εύκολο να αρνηθεί το μυαλό, να ακούσει την καρδιά. Και είναι ακόμα πιο εύκολο για το ανθρώπινο μυαλό, να συγκεντρώσει το υλικό που η αποθήκη της ανθρώπινης πλάνης έχει διαφυλάξει και με αυτό να κατασκευάσει το προφίλ του προσωπικού του Δασκάλου, του Δασκάλου του.
Με αυτόν, εξάλλου, τον τρόπο εύκολα ο άνθρωπος ξεφεύγει από τις τύψεις και τις ενοχές του.

Άρα από εκείνη τη στιγμή αρχίζουν οι δυσκολίες στις σχέσεις μυαλού και καρδιάς. Η θέση και η στάση του μυαλού έναντι της καρδιάς αποτελεί έναν αδιάκοπο αγώνα εναντίον της αυτονομίας της, έναν αγώνα υποδούλωσής της. Γιατί η καρδιά μεταφέρει τη φωνή του πνεύματος και εκφράζει μια άλλη, συνήθως, λογική και μια άλλη ηθική και μια άλλη αναγκαιότητα. Και μιλάει για μια άλλη δικαιοσύνη και μια άλλη ελευθερία και μια άλλη αίσθηση ευθύνης.
Αν το μυαλό καταφέρει, όπως, τις πιο πολλές φορές γίνεται, να υποτάξει την καρδιά, την εκπαιδεύει και τη χρησιμοποιεί, προκειμένου να ενισχύει τις δικές του συλλήψεις με συναισθηματική επένδυση των αποφάσεών του. Και η καρδιά παγώνει μέσα στην πάχνη του μυαλού.

Πάντοτε στην επιλογή του Δασκάλου παρεμβάλλεται και η παρουσία των ψευτοδιδασκάλων και των ψευδοπροφητών. Μίλησε και ο Χριστός γι’ αυτούς. Πάντα υπήρχαν και υπάρχουν και αποτελούν πρόσθετη δυσκολία στην αναγνώριση του αληθινού Δασκάλου. Ας μην ξεχνάμε τις ψευδοπροφητείες για το 2012 – όπως συνέβαινε και για παλιότερες παρόμοιες προειδοποιήσεις - και το φόβο που ενσταλάζουν στις ψυχές των ανθρώπων.
Πρέπει, όμως, να παραδεχτούμε ότι αυτοί αποκτούν ισχύ, όχι επειδή ξεγελούν την καρδιά, αλλά μόνο εξαιτίας μιας υπέρμετρης ανάγκης του μυαλού.
Διότι ένα μυαλό μπορεί να αποκτήσει λαθεμένες ιδέες, μια καρδιά, όμως, δεν μπορεί να έχει λανθασμένους χτύπους.

Είχα ένα Δάσκαλο, που ξεχείλιζε από αγάπη. Τον πλησίαζες και ένοιωθες να εισχωρείς σε ένα μαγικό ρευστό∙ κοίταγες τα παιδικά του μάτια και αλάφρωνε η καρδιά σου. Περπατούσε στο δρόμο και γέμιζε η περιοχή από ένα απαλό λευκορόζ χρώμα και από ένα άρωμα κρίνου. Μια μεγάλη αγκαλιά, ζεστασιά και ενθάρρυνση για τον καθένα που τον πλησίαζε, είτε για να θεραπευτεί από σωματική πάθηση, είτε για να βρει την ψυχική του γαλήνη, είτε για να επανέλθει στο κέντρο του «Είναι» του. Ήταν, το ένοιωθες, μια μεγάλη και ανοιχτή καρδιά για όλους. Το ίδιο όταν δίδασκε πως δεν υπάρχει άνθρωπος κακός, όπως και όταν προσευχόταν για την κάθαρση και την ενεργοποίηση των προσλήψεων, όπως και όταν συμβούλευε τους νεαρούς αγγέλους του, που επισκέπτονταν τα βράδια κακόφημα μπαρ για να σώσουν ψυχές, όπως και όταν σου μιλούσε για τις αδυναμίες σου, χωρίς να σε αποπαίρνει, χωρίς να σε τρομάζει, χωρίς να σε αποθαρρύνει. Σε άφηνε να καταλάβεις μόνος σου, αν ήσουν έτοιμος, ποια ήταν τα εμπόδια στην προσωπική σου εξέλιξη και να αποφασίσεις εσύ για τις αντιδράσεις σου.
Κοντά του ξεκούμπωναν και οι δικές μας καρδιές και διεκδικούσαν τη θέση τους απέναντι στο μυαλό. Κοντά του μαθαίναμε, πως σ’ αυτή τη Δημιουργία, ακόμα και τα δαιμόνια έχουν τη θέση τους και μπορούν και αυτά να αλλάξουν, να μεταμορφωθούν, αν τα καλύψει η δική μας αγάπη.
Και όλων, στο τέλος, η μοίρα είναι να βρεθούν, πάλι, στην αγκαλιά του Πατέρα – Δημιουργού.
Και είχα και ένα Ζεύγος-Δάσκαλο, που μου δίδαξαν, πως η δύναμη του ανθρώπου για τούτη τη ζωή είναι η Ελπίδα και η Πίστη και η Αγάπη. Η Αγάπη που εξαγνίζει το νου και μας κάνει δίκαιους, που γεμίζει με καλοσύνη την ψυχή και μας κάνει ωφέλιμους, που εγκαθιστά την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και τολμούμε να έχουμε και να εκφράζουμε τις δικές μας δημιουργικές πεποιθήσεις.

Τέτοιος είναι ο ρόλος του αληθινού Δασκάλου. Να συμβάλλει στις αλλαγές μας και όχι να συμμετέχει στην απληστία απόκτησης γνώσεων και άλλων γνώσεων.
Αυτόν τον Δάσκαλο δεν τον ανακαλύπτεις από τη φήμη που τον συνοδεύει, ούτε από τους τίτλους του, ούτε από τον αριθμό των μαθητών του∙ τον αναγνωρίζει ξαφνικά η καρδιά σου και ο κόσμος σου φωτίζεται.