Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

το δώρο της υπέρβασης

Σε λίγο ο Ήλιος θα φτάσει κι ως εδώ. Έχει κιόλας φωτίσει την ανατολική πλαγιά του λόφου που υψώνεται μπροστά μου. Και δεξιά στενό τετράλοφο φαράγγι, σκοτεινό ακόμα αυτή την ιερή πρωινή ώρα και ψιλή άμμος που τη σηκώνει σύννεφο ο ακατάπαυστος αέρας.
Κι εγώ κάθομαι κατάχαμα στο άνοιγμα της σκηνής. Αποτυπώνω με τα μάτια τις αλλαγές στα χρώματα του ουρανού, όπως ξημερώνει και παρακολουθώ το χορό από τις σύλφες στη σύντομη ζωή τους∙ αυτές που συντρόφευαν τη μοναξιά μου.
Σε κάθε πιο δυνατό ξεσήκωμα του αέρα οι στάλες από τα φύλλα του αλμυρικιού πέφτουν σα βροχή στο τεντωμένο πανί της σκηνής και ανακατεύονται με τον ήχο των κυμάτων που σπάζουν παραδίπλα στα ρηχά της παραλίας.
Κοίταξα ανάμεσα στους λόφους την ισορροπία του φωτός και της σκιάς που άλλαζε από λεπτό σε λεπτό, καθώς ο ήλιος σκαρφάλωνε στον ανατολικό λόφο και ξαφνικά, την είδα από το πουθενά. Σαν ένας λεπτός ορθόκλαδος κορμός λουλουδιού, που ξεφύτρωσε στη σκιά της άμμου και προσπαθούσε να βγει στο φως.
Έτριψα τα μάτια. Αντικατοπτρισμός στην άμμο, οφθαλμαπάτη, ή το όνειρο που τόσα χρόνια ερχόταν και ξαναρχόταν, εδέησε τώρα, μέσα στο φως της ελευθερίας μου, να ξεπροβάλει στον κόσμο της ύλης;
Σε λίγο έφτασε στο φως∙ κι ερχόταν ίσια κατά δω.
Απορροφήθηκα απ’ το μακρινό όραμα. Μόνο η καρδιά κατάφερε και προχώρησε λίγα μέτρα πιο μπροστά, σαν για προϋπάντηση.
Κάποια στιγμή συγκράτησε τους παλμούς της, καθώς η μορφή-γυναίκα άλλαξε κατεύθυνση. Δεν ήταν όμως πάρα για να παρακάμψει σωρό από πέτρες που προστάτεψαν κάποια άλλη σκηνή. Και πάλι έστριψε για εδώ, για μένα.
Περπάταγε και μεγάλωνε. Λίκνιζε το σώμα της για να ισορροπήσει το βύθισμα των ποδιών στην ψιλή άμμο και πλησίαζε.
Κατέβασα το κεφάλι σαστισμένος. Περίμενα συνεπαρμένος κι αμήχανος την ιερή προσέγγιση.
Ο χρόνος είχε σταθεί κι εγώ μέτραγα τους χτύπους του μέσα στο στήθος.
Είδα τη σκιά της στα άνοιγμα της σκηνής.
- Ήρθα!
Σήκωσα τα μάτια. Ήταν ντυμένη με ένα δίχρωμο κορδόνι, βραχιόλι στον αριστερό της καρπό.
Ανάγειρα το κεφάλι, ώσπου συνάντησα τα μεγάλα μάτια της γυναίκας του ονείρου και μέτρησα την ευτυχία.
Και η ζωή έγινε αληθινή, όπως το όνειρο.

2 σχόλια:

  1. Μια ανάσα ανατολής
    και το λυκόφως της αυγής
    άνοιξε τα φτερά του :
    πνοή φωτός απ'την καρδιά του.

    και κάθε χρώμα τραγούδησε, κι όλα μαζύ,
    μια φρέσκια ευωδιά αγάπης το έκανε να ζεί,
    τα ένωσε σε μια γραμμή, χωρίς ψεγάδι,
    τ'ουράνιο τόξο που'γινε αιώνιο χάδι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. στον ποιητικό λογο δεν είσαι, πάντα, βέβαιος πως εννοείς αυτό που εννοούσε ο ποιητής
    ένα, όμως, είναι βέβαιο,
    οτι απαλύνει τις οξείες γωνίες του μυαλού και
    γλυκαίνει τις καρδιές.
    γι' αυτό και συχνά επισκέπτομαι blog ποιητικής έκφρασης, όπως το "Άνοιγμα Ψυχής" του Γιάννη Παππά.
    φίλε, σ' ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή